Δεν τη σκότωσε γιατί την αγαπούσε (και ένα επικίνδυνο νομοσχέδιο)

Το φονικό στη Μακρυνίτσα δεν ήταν “έγκλημα πάθους”, αλλά γυναικοκτονία, η οποία μάλιστα αναδεικνύει με τραγικό τρόπο τα επικίνδυνα σημεία του νομοσχεδίου για την αναγκαστική συνεπιμέλεια.

Δεν τη σκότωσε γιατί την αγαπούσε.

Δεν θόλωσε το μυαλό του, επειδή ήθελε να δει το παιδί του.

Είναι απλά ένας ακόμη γυναικοκτόνος, που θεωρούσε ότι η σύζυγος του δεν είχε δικαίωμα να τον χωρίσει και πως το παιδί του ανήκει.

Το διπλό φονικό στη Μακρυνίτσα δεν ήταν “έγκλημα πάθους”, ούτε η απόγνωση ενός πατέρα. Ήταν μία ακόμη ακραία κατάληξη της πατριαρχίας. Ο αδερφός της πρώην συζύγου απλώς βρέθηκε στο δρόμο του δολοφόνου, όπως και η μητέρα της, που τραυματίστηκε.

Το φρικτό αυτό έγκλημα αναδεικνύει όμως με τραγικό τρόπο τα επικίνδυνα σημεία του νομοσχεδίου για την αναγκαστική συνεπιμέλεια. Και όποιος τολμά να λέει πως εάν υπήρχε ήδη η συνεπιμέλεια ο δολοφόνος δεν θα είχε πράξει το έγκλημα, απλώς φορτώνει για άλλη μία φορά την ευθύνη στη γυναίκα- θύμα και δικαιολογεί έναν εγκληματία. Με την αναγκαστική συνεπιμέλεια αυτός ο πα-τέρας και πάλι δυστυχώς θα είχε δολοφονήσει την πρώην σύζυγο του και ποιος ξέρει τι θα είχε συμβεί εάν είχε στα χέρια του και το παιδί του…

Φυσικά η νομοθεσία για την επιμέλεια των παιδιών σε περίπτωση διαζυγίου πρέπει να αλλάξει, καθώς πλέον όλο και περισσότεροι πατεράδες θέλουν πραγματικά να είναι γονείς και όχι απλώς επισκέπτες για ένα σαββατοκύριακο το μήνα. Όμως γιατί συνεπιμέλεια και δη αναγκαστική; Γιατί ο νόμος να προβλέπει οριζόντια τη συνεπιμέλεια, χωρίς δυνατότητα εξαίρεσης ούτε σε περιπτώσεις κακοποίησης της μητέρας ή και του παιδιού;

Διότι αυτό προβλέπει το σχέδιο νόμου Τσιάρα: Ο κακοποιητής γονιός χάνει τη συνεπιμέλεια μόνο σε τελεσίδικη καταδίκη. Δηλαδή, γιατί στην Ελλάδα ζούμε, σε οκτώ με δέκα χρόνια. Κατά τα οποία ένας κακοποιητής θα έχει πρόσβαση στην/στον πρώην σύζυγο και στο παιδί.

Αλλά, σου λένε οι υποστηρικτές της αναγκαστικής συνεπιμέλειας, διαφορετικά οι γυναίκες θα καταγγέλλουν τους πρώην συζύγους τους ως κακοποιητές για να τους πάρουν το παιδί. Καταρχάς αυτό είναι αστείο, δεδομένου ότι ακόμη και σε περιπτώσεις πραγματικής κακοποίησης τα θύματα διστάζουν να προχωρήσουν σε καταγγελία αφού εκείνα είναι που εν τέλει πολύ συχνά θα στιγματιστούν. Αλλά και έτσι να ήταν, δεν είναι προτιμότερο να αδικηθεί ένας πατέρας από το να κινδυνεύσει έστω και ένα παιδί; Και στην τελική, γιατί να μην χάνει τη συνεπιμέλεια σε πρωτόδικη καταδίκη και να πρέπει να περάσουν ατελείωτα χρόνια;

Η δολοφονηθείσα στη Μακρυνίτσα είχε κάνει ασφαλιστικά μέτρα κατά του πρώην συζύγου της, που πήγε αποφασισμένος να σκοτώσει, όπως προκύπτει από το δραματικό τελευταίο τηλεφώνημα της στην Αστυνομία. Σύμφωνα με το νομοσχέδιο Τσιάρα, αυτός ο “άνθρωπος” θα έπρεπε να είχε καταδικαστεί αμετάκλητα για να χάσει την επιμέλεια του παιδιού. Και όποιος δήθεν “θολώνει” και δολοφονεί με απανωτές μαχαιριές, δεν θα έπρεπε είχε εξαρχής επιμέλεια ενός παιδιού.

Δεν είναι βέβαια όλοι οι άντρες και πατεράδες βίαιοι κακοποιητές. Ομως τα στατιστικά της ενδοοικογενειακής βίας είναι ξεκάθαρα ως προς το ποιος είναι στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων ο θύτης και ποιος το θυμα. Και αυτό όχι διότι το ανδρικό φύλο είναι βίαιο εκ φύσεως, αλλά γιατί η πατριαρχία (αχ αυτή η κακή λέξη πάλι) διδάσκει ότι η γυναίκα και τα παιδιά είναι κτήματα και αντικείμενα.

Το νομοσχέδιο είναι λοιπόν στο σύνολο του δυστυχώς εξαιρετικά προβληματικό. Άλλωστε η όλη συζήτηση για την αναγκαστική συνεπιμέλεια μονοπωλήθηκε από τους αυτοαποκαλούμενους “Ενεργούς Μπαμπάδες” και έγινε με όρους ρεβανσισμού απέναντι συλλήβδην στις γυναίκες, που παρουσιάζονται ως μέγαιρες που στερούν τα παιδιά από τους πρόθυμους να ασκήσουν ουσιαστικά γονικό ρόλο πατεράδες.

Και ενώ πράγματι υπάρχουν θλιβερές περιπτώσεις γυναικών που χρησιμοποιούν το παιδί για να “χτυπήσουν” τον πρώην σύζυγο, αυτές δεν μπορεί να αποτελούν δικαιολογία για επικίνδυνες ρυθμίσεις όπως η προαναφερθείσα.

Στη δε διαβούλευση η συζήτηση ήταν τραγελαφική με πεθερές να ζητούν αναγκαστική συνεπιμέλεια γιατί διαφωνούν με τον τρόπο με τον οποίο η πρώην νύφη μεγαλώνει το εγγόνι. Εξ ου και το νομοσχέδιο άλλωστε έχει χαρακτηριστεί “το νομοσχέδιο της πεθεράς”.

Βέβαια αυτό είναι το λιγότερο μπροστά στην ασφάλεια των παιδιών. Και ούτε τα δικαιώματα των πατεράδων δεν είναι πιο σημαντικά από την ασφάλεια των παιδιών. Υπάρχει βέβαια ένα πρόβλημα: Τα παιδιά δεν ψηφίζουν. Οι γονείς όμως (και τα πεθερικά) ψηφίζουν.

Αλλά και ψηφοθηρικά να το έβλεπαν στην κυβέρνηση, η Νέα Δημοκρατία υστερεί στις γυναίκες ψηφοφόρους.

Κυρίως όμως πρέπει να το δουν από σκοπιά ευθύνης απέναντι στα παιδιά και στις/στους συζύγους θύματα κακοποίησης.